Του ΗΛΙΑ ΧΡΗΣΤΕΑ

Αρεόπολη 17η Μαρτίου, 1821

«Ούτως αναπτυσσομένης της ιδέας περί της επαναστάσεως, ο σπινθήρ της ελευθερίας ήναπτε τον ενθουσιασμόν των Ελλήνων, οίτινες διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου. Όθεν την 17ην Μαρτίου οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων… Κατά δε την 23η Μαρτίου οι Μαυρομιχαλαίοι, Μούρτζινοι και λοιποί πανστρατιά εισήλθον εις Καλάμας, ότε αμαχητεί παρεδόθη ο Βοεβόδας μεθ’ όλων των εκεί ευρεθέντων Τούρκων…»

Ιωάννης Θ. Κολοκοτρώνης (*) ‘’Ελληνικά Υπομνήματα’’

 

Η μυθική αρχή του ’21, το μεγάλο σύνθημα για τον Αγώνα, δόθηκε πράγματι σε έναν Ναό και βασίστηκε πράγματι σ’ έναν Όρκο.

17η Μαρτίου του 1821 στον ναό των Ταξιαρχών, στην Τσίμοβα (Αρεόπολη), χιλιάδες μαχητές και οπλαρχηγοί υπο την ηγεσία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, δέθηκαν με τον ιερό όρκο του Αγώνα υπέρ Πίστεως και Πατρίδος:

«Ορκίζομαι,

εις το όνομα του Παντοδύναμού μας Θεού,

εις το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού

και της Αγίας Τριάδος,

να χύσω και την υστέραν ρανίδα του αίματός μου,

υπέρ πίστεως και Πατρίδος.

Ορκίζομαι,

να μη βλέψω εις τα όπισθεν

εάν δεν αποδιώξω τον εχθρόν της Πατρίδος

και της Θρησκείας μου.

Ορκίζομαι,

«Ταν ή επί Τας» και «Νίκη ή Θάνατος»

υπέρ Πίστεως και Πατρίδος.»

Την πανηγυρική δοξολογία διαδέχθηκε καταιγισμός πυροβολισμών και η μαχητική εξόρμηση των πρώτων πολεμιστών προς δυσμάς. Έπειτα από ολιγοήμερη πορεία, δύο χιλιάδες στρατιώτες της Μάνης μαζί με τους επικεφαλής τους, συνοδευόμενοι από τους περισσότερους Πελοποννησίους οπλαρχηγούς, θα καταλάβουν αμαχητί την Καλαμάτα. Τα γεγονότα αυτά έχουν τεράστια και ουσιαστική σημασία για την εθνεγερσία και την ελευθερία των Ελλήνων.

Οι Έλληνες του ’21, έπειτα από αιώνες δουλείας και από μία σειρά αποτυχημένων κινημάτων, αντιμετώπιζαν σχεδόν εχθρικά οποιοδήποτε ενδεχόμενο νέας εξέγερσης. Τα γραφόμενα του Παλαιών Πατρών Γερμανού είναι ενδεικτικά της κατάστασης: «Οι εκ των χωρίων συναθροισμένοι στρατιώται, οι περισσότεροι σχεδόν άοπλοι και ασυνήθιστοι διόλου να αντιπαραταχθώσιν εις πόλεμον και γεννημένοι και αναθραμμένοι εις τον ζυγόν της δουλείας και της τυρρανίας των Τούρκων, όχι μόνον το όνομα Τούρκος ακούοντες έφριττον, αλλ’ ουδέ αίσθημα είχον ελευθερίας…».

Είναι δεδομένο λοιπόν, πως η πίστη λίγων αποφασισμένων οπλαρχηγών ασφαλώς και δεν αρκούσε για να ξεσηκώσει έναν υποταγμένο λαό. Ήταν απαραίτητη η δράση αποφασισμένων, εξοπλισμένων και έμπειρων μαχητών, για να ανάψει η σπίθα  του Αγώνα. Οι μαχητές αυτοί ευτυχώς υπήρχαν και την κατάλληλη στιγμή έδρασαν οργανωμένα, βαδίζοντας ενάντια στον εχθρό.

Αρχή της Επανάστασης από την Αρεόπολη.

Από εδώ ξεκίνησαν 2.000 στρατιώτες της (πάντα ελεύθερης) Μάνης, για να ξεσηκώσουν την υπόδουλη Ελλάδα. Ο στρατηγός του Αγώνα Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, που βρισκοταν απο τις αρχές του 1821 στην Μάνη φροντίζοντας την προετοιμασία, αναφερόμενος στις μεγάλες στιγμές του Έθνους, γράφει στα Απομνημονεύματά του:

«Εις τας 23 Μαρτίου επιάσαμεν τους Τούρκους εις την Καλαμάτα. Είμεθα 2.000 Μανιάτες, ο Πετρόμπεης, Μούρτζινος, Κυβέλος, Δυτική Σπάρτη. Η Ανατολική Σπάρτη εκινήθη την ίδια ώρα διά τον Μυστρά. Οι Τούρκοι της Μπαρδούνιας και του Μυστρά υπάγουν, τραβιούνται εις την Τριπολιτσά. Ήτον έμβα του Μαρτίου. Οι Σπαρτιάται, αφού επήραν λάφυρα, προχωρούν και πολιορκούν τη Μονεμβασία».

Η μεγάλη αρχή είχε γίνει. Παράλληλα γεγονότα που εξελίχθηκαν στην υπόλοιπη Πελοπόννησο, αν και είχαν περιορισμένης έκτασης, δημιούργησαν ένα κλίμα γενικής αναταραχής που δεν άργησε να εξαπλωθεί. Λίγο αργότερα θα έρθει το έπος του Βαλτετσίου για να αποδείξει ότι ο εχθρός δεν είναι ανίκητος και να πείσει τους επαναστάτες ότι «…και των Ελλήνων τα όπλα έχουσι την δύναμιν να φονεύωσιν Οθωμανούς».

Έτσι, θα αποκτήσει ζωή και γερές βάσεις, μία υπόθεση που για τους οπαδούς της μετριοπάθειας και του εφικτού ήταν εξαρχής χαμένη.

Σ’ αυτό το θαύμα, η συμβολή των Μανιατών ήταν καθοριστική.

 

 

(*) Ιωάννης (Γενναίος) Θ. Κολοκοτρώνης (1805-1868), δεύτερος γιος του  Θεόδωρου  και της Κατερίνας Καρούσου,ήρωας του 1821 και πολιτικός υπηρέτησε ως υπασπιστής του Όθωνα (1841) και ως Πρωθυπουργός της Ελλάδας ( 26 Μαΐου 10 Οκτωβρίου 1862.). Το προσωνύμιο «Γενναίος», με το οποίο έμεινε στην ιστορία, του απονεμήθηκε από τους συναγωνιστές του ως αναγνώριση για την εξαιρετική του γενναιότητα στα πεδία των μαχών κατά τη διάρκεια των μαχών που συμμετείχε  ( 1822 :μάχη των Δερβενακίων 26-28 Ιουλ , 1823:  πολιορκία και άλωση του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου, κατά του Ιμπραήμ στις μάχες των Τρικόρφων (24 Ιουν 1825), της Πολιανής (21 Μαΐου 1826), της Δραμπάλας (5-7 Ιουν 1826), της Δαβιάς (14 Αυγ 1826). Τον Μάρτιο του 1827, επικεφαλής στρατιωτικού σώματος, έφθασε στην Αττική για να ενισχύσει τον Καραϊσκάκη. Συμμετείχε στη Μάχη του Δαφνίου (21 Μαρτ 1827) και συνέχισε τον αγώνα κατά του Ιμπραήμ. Μέχρι της αναχωρήσεως του Ιμπραήμ (1828) κατά τας περιστάσεις έκαμε πολλούς ακροβολισμούς και εις πολλάς θέσεις.

 

Ο Γενναίος  εκτελούσε και χρέη γραμματέα του πατέρα του, άφησε δύο πολύτιμα έργα – πηγές για την ιστορία της Επανάστασης και την πρώτη περίοδο του νεοσύστατου ελληνικού κράτους: τα «Ελληνικά Υπομνήματα, ήτοι επιστολάς και διάφορα έγγραφα αφορώντα την Ελληνικήν Επανάστασιν» (1856) και τα «Απομνημονεύματα» (εκδ 1955 Γενικά Αρχεία του Κράτους με στοιχεία Γ.Α.Κ. Συλλ: Βλαχογιάννη. Γ΄, 11, 5 τετράδια αριθμημένα αυτοτελώς γραμμένα από άγνωστο χέρι, με κάποιες αυτόγραφες διορθώσεις. ).

You might also like