«Φοβάμαι παιδί μου…»

έτσι είπε ο παππούς και τα μάτια του δεν κοιτούσαν εμένα,∙ κοιτούσαν το δρόμο. Τον ίδιο δρόμο που κάθε πρώτη του μήνα άκουγε βήματα γνώριμα… δεν ήταν επισκέπτης… ήταν ο ταχυδρόμος. Μια καλημέρα, ένα χαρτί, μια μικρή ανάσα αξιοπρέπειας. Η σύνταξη. Όχι πολλά λεφτά αλλά δικά του.

Τώρα ο δρόμος έμεινε σιωπηλός.

Το κατάστημα έκλεισε, του είπαν. «Έτσι είναι πια». Του μίλησαν για κάρτες, για ΑΤΜ, για οθόνες που φωτίζουν αλλά δε ζεσταίνουν. Του είπαν να πάει στην πόλη…μα η πόλη είναι μακριά… Και τα γόνατα πονάνε. Και το λεωφορείο δεν περνά συχνά. Και το τιμόνι το άφησε πριν χρόνια, τότε που του είπαν πως δεν κάνει πια να οδηγεί.

Ο παππούς έβαλε τα χαρτιά του σε έναν φάκελο. Τακτοποιημένα. Όπως πάντα. Η ζωή του ήταν πάντα έτσι: τάξη, υπομονή, λίγα λόγια. Δούλεψε, πλήρωσε, περίμενε. Δε ζήτησε πολλά. Μόνο να ξέρει πως, κάθε μήνα, θα μπορεί να πληρώσει το φως και να πάρει τα φάρμακά του χωρίς να νιώθει βάρος σε κανέναν.

Τώρα όμως φοβάται.

Φοβάται μήπως πατήσει λάθος κουμπί. Μήπως χάσει τα χρήματα. Μήπως του πουν «δεν γίνεται». Φοβάται περισσότερο μήπως αναγκαστεί να ζητήσει. Κι αυτός έμαθε μια ζωή να δίνει.

Το βράδυ κάθεται στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο. Ακούει τον αέρα. Σκέφτεται τον ταχυδρόμο. Όχι σαν υπάλληλο. Σαν άνθρωπο. Σαν γέφυρα ανάμεσα στο κράτος και τον παππού με τα τρεμάμενα χέρια.

«Δεν θέλω πολλά, παιδί μου», λέει σιγά.

«Μόνο να μη χαθώ σε έναν κόσμο που τρέχει και δεν με περιμένει».

Και κάπου εκεί, το παραμύθι σταματά.

Γιατί αυτό δεν είναι μύθος.

Είναι η καθημερινότητα.

Και στη Λακωνία, τη ζουν πολλοί.

You might also like