Από την Μπέρρυ Γραφάκου

Ένα παραμύθι για μικρά “αθώα” παιδάκια γιατί οι μεγάλοι δεν θα πιστέψουν την “αστεία” ιστοριούλα:

Μια φορά και έναν καιρό,  σε ένα μεγάλο χωριό,  ήταν αρχηγός ένας  ψυχοπαθής νάρκισσος. Χρεοκοπημένο ήταν το χωριό του αλλά ο βλαμμένος  που ήταν και κακός έμπορας, τα εμφάνιζε όλα ρόδινα. Το χειρότερο ήταν ότι είχε εμμονή με το ΝΕΡΟ. Όχι το νερό του χωριού του αλλά τα ΝΕΡΑ  των άλλων.

Εχοντας βάλει στο μάτι λοιπόν τα νερά, όρμησε σε ένα χωριό,  έσκυψαν οι χωρικοί το κεφάλι, πήρε τα νερά και το βρήκε ευκολάκι να πάει στο επόμενο χωριό. Είχε και ένα συνεταιράκι που ήταν πολεμοκάπηλο κάθαρμα αλλά όχι ηλίθιος, τα είπανε, τα συμφωνήσανε, δεν ενημέρωσε κανέναν αρχηγό από τα άλλα χωριά και ορμήσανε μαζί με το φιλαράκι του, στο άψε σβήσε θα την τελειώνανε τη δουλειά νόμιζαν.

Το δεύτερο όμως χωριό είχε έναν ζόρικο αρχηγό και ένα στρατηγικό πλεονέκτημα που καθόλου δεν το είχε υπολογίσει ο ηλίθιος. Εκτός από το δικό του νερό, από  ένα στενό του χωραφιού του,  περνούσαν και τα νερά άλλων χωριών. Και επειδή περίμενε τη βρωμοδουλειά, είχε οργανωθεί με πολλούς φρουρούς και πυρομαχικά.

Και εκεί που ο βλάκας νόμιζε ότι θα έκανε περίπατο, τα βρήκε μπαστούνια. Το χωριό έπαθε μεγάλες ζημιές αλλά  αντιστάθηκε και ανταπόδωσε. Και αυτονόητα έκλεισε το στενό του χωριού  και δεν μπορούσαν τα υπόλοιπα χωριά ούτε να δώσουν ούτε να πάρουν νερά.

Και εκεί βγήκαν οι δράκοι του παραμυθιού μαζεμένοι. Ο εγωπαθής ηλίθιος κάλεσε τους αρχηγούς των άλλων χωριών να βάλουν πλάτη, κοντολογίς να κάνουν τη βρώμικη δουλειά και να πάνε στο στενό να βοηθήσουν. Και άρχισε να εισπράττει το ένα ΑΚΥΡΟ μετά το άλλο: “Oh nein (Α όχι),  αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός μας” είπε ο ένας που το χωριό του είχε κακό παρελθόν με πολέμους. ” I’m sorry but….” είπε ο άλλος που ο Νέρωνας θεωρούσε φίλο του. “Δεν μας ρωτήσατε όταν ξεκινήσατε αυτόν τον πόλεμο” είπε ο τρίτος.  “ΟΧΙ”, ‘ΟΧΙ”, “ΟΧΙ ” είπαν  οι πολλοί, χωρίς περιττές δικαιολογίες.
Κάποιοι  έξυπνοι αρχηγοί κρατήσανε στάση αναμονής έχοντας υπόψη τη ρήση του Ναπολέοντα “Ποτέ μη διακόπτεις τον εχθρό σου όταν κάνει λάθος”. Και ο νάρκισσος που έχει χάσει εντελώς τη μπάλα -αυτό τον καθιστά επικίνδυνο-  απειλεί, εκβιάζει και  ουρλιάζει σε παραλήρημα.. “Θα το θυμόμαστε, θα, θα, θα” είπε. “Θα μας κλάσεις τα α@@@δια” απάντησαν από μέσα τους -προς το παρόν- οι άλλοι.

Εν τω μεταξύ οι τιμές του νερού εκτοξεύτηκαν στα ύψη και μια οικονομική ασφυξία  απειλεί όλα τα χωριά. Και σαν να μην έφταναν οι σφαλιάρες, το χωριό με το στενό είπε στα άλλα χωριά “ελάτε να κάνετε συμφωνία μαζί μου, να περνάτε, να παίρνετε το νερό σας  αλλά θα πληρώνετε σε άλλο νόμισμα”.  Αυτό κι αν είναι χτύπημα.

Και τι έγινε στη συνέχεια κυρά μου, μας ζάλισες με την πολυλογία, θα ρωτήσουν κάποιοι.

Δεν ξέρω το τέλος του παραμυθιού αλλά λύσεις πάντα υπάρχουν:

1) Ο γελοίος  να την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια λέγοντας την ατάκα “Οκ, έτσι για πλάκα το έκανα (just for fun)”.΄Η “Νίκησα- δήθεν- και σταματώ τον πόλεμο”.

2) Να ρίξει πυρηνικά στο “κακό” χωριό  και να γίνουμε όλα τα χωριά Χιροσίμα και Ναγκασάκι.

Εκείνο που δεν θα αλλάξει είναι η παροιμία: “Όταν ένας κλόουν μετακομίζει σε ένα παλάτι, δεν γίνεται βασιλιάς. Το παλάτι γίνεται τσίρκο”

Η ιστορία είναι φανταστική. Το αληθινό είναι οι ελίτσες που  πήρανε να ανθίζουν, Μάρτη μήνα. Γιατί αυτές έχουνε ιδέα από τη ζωή. Οι θλιβερές μαριονέτες  όμως που κουνιούνται μόνο με χρήμα, νομίζουν πως το λάδι το παράγουν οι αγορές τους.  Και ενώ η φύση  ανθίζει, αυτοί καταστρέφουν τον πλανήτη.

You might also like