Ποιος πληρώνει το τίμημα των αλλαγών στην εκτός σχεδίου δόμηση στη Μάνη; Και ποιος θα αποκτήσει τη γη όταν η αξία της εκμηδενιστεί και οι σημερινοί ιδιοκτήτες της δεν θα μπορούν πλέον να τη διατηρήσουν;
Αυτό είναι κατά την άποψη μου το πολιτικό ερώτημα για όσα συντελούνται σήμερα στον τόπο μας , γύρω από την αρτιότητα των 4 στρεμμάτων και την πολεοδομική σύγχυση του τι επιτρέπεται και τι όχι…
Είναι λάθος να το δεις όλο αυτό σαν μία απόφαση που αλλάζει απλώς τους όρους δόμησης. Στην ουσία πρόκειται για αποφάσεις και ρυθμίσεις που αλλάζουν τους όρους ζωής χιλιάδων οικογενειών του τόπου μας, είτε ζουν εδώ, είτε έχουν τις «ρίζες» τους στα χωριά της Μάνης.
Κατάγομαι και εγώ από εδώ, το πατρικό σπίτι μου είναι εδώ, έχω τα κτήματα με τα λιόδεντρα μου μου εδώ, σχεδόν κάθε εβδομάδα επιστρέφω πάλι στη γενέθλια γη. Γι’ αυτό και μπορώ να καταλάβω τι νιώθουν οι άνθρωποι για τις αλλαγές που συντελούνται ερήμην τους…
Για τους περισσότερους μικροϊδιοκτήτες στη Μάνη, τα τέσσερα στρέμματα γης δεν είναι απλώς ένα κομμάτι υπαίθρου. Είναι η οικονομία μιας ζωής! Μια κληρονομιά από τους γονείς, ένα χωράφι με ελιές που αγοράστηκε με στερήσεις, μια έκταση που «μαντρογυρίστηκε» με κόπους, ένα περιουσιακό στοιχείο για τα παιδιά, το σχέδιο για ένα σπίτι στο μέλλον, ή μια εφεδρεία για τις δύσκολες ώρες….
Έως τώρα η προσδοκία αυτή στηριζόταν στην αρτιότητα των τεσσάρων στρεμμάτων, που – υπό συγκεκριμένες προυποθέσεις – έδινε τη δυνατότητα δόμησης, οπότε έπαιρνε κάποια αξία ένα ξερό, άνυδρο, σκληρό και ανεμοδαρμένο κομμάτι γης.
Ξαφνικά, όμως, οι παλιοί ιδιοκτήτες και οι κληρονόμοι τους ανακαλύπτουν ότι το ακίνητο που πριν ήταν οικοδομήσιμο, τώρα… δεν οικοδομείται! Και αυτή η αλλαγή δεν είναι μόνο πολεοδομική. Είναι κοινωνική, οικονομική και βαθιά πολιτική. Δεν αφορά μόνο τη Μάνη, αφορά ολόκληρη τη χώρα…
Χιλιάδες οικογένειες που διατηρούν τέσσερα στρέμματα έξω από τα χωριά, θεωρούσαν ότι διαθέτουν ένα περιουσιακό απόθεμα, μια δυνατότητα αξιοποίησης, ένα μέσο οικονομικής ασφάλειας. Με αυτή την πεποίθηση οργάνωναν τη ζωή τους, είτε για να συμπληρώσουν τη σύνταξη, είτε για να βοηθήσουν ένα παιδί, είτε για να υπάρξει ένα «κεφάλαιο» σε μια δύσκολη περίοδο ή αναποδιά της ζωής.
Τώρα, όμως, οι πολεοδομικοί όροι αλλάζουν. Και καθώς ερμηνεύονται με τρόπο που απαγορεύει τη δόμηση, οι επιλογές αυτές εξαφανίζονται. Κάθε οικογένεια, κάθε συνταξιούχος, κάθε αγρότης, κάθε επαγγελματίας της επαρχίας, χάνουν ένα σημαντικό τμήμα της περιουσίας τους!
Όλο αυτό δεν είναι μια αφηρημένη συζήτηση για συντελεστές δόμησης, όπως θέλουν να το παρουσιάσουν. Είναι μια συζήτηση για την οικονομική ασφάλεια των ανθρώπων! Είναι και μια συζήτηση για το πως…αναχαιτίζονται οι άνθρωποι που θέλουν να γυρίσουν πίσω στα χωριά και στους τόπους καταγωγής τους. Είναι και μια συζήτηση για την περιβόητη «αποκέντρωση», που όλοι την μνημονεύουν, αλλά τέτοιες εξελίξεις…τη στραγγαλίζουν.
Ναι, η προστασία του περιβάλλοντος είναι αναγκαία. Η άναρχη δόμηση, η καταστροφή του φυσικού τοπίου και οι ανεπαρκείς υποδομές δημιουργούν προβλήματα που δεν μπορούν να αγνοούνται. Όμως, οι όποιοι πολεοδομικοί κανόνες πρέπει να εφαρμόζονται με διαφάνεια, προβλεψιμότητα και κοινωνική δικαιοσύνη. Και κυρίως με πολιτικές που δεν αφήνουν τους μικροϊδιοκτήτες να επωμίζονται μόνοι τους το κόστος.
Υπάρχει και κάτι άλλο που με τρομάζει πολύ. Κάτι που σαν πιθανό «σενάριο» θα έπρεπε να τρομάζει όλους τους πολιτικούς, κρατικούς και διοικητικούς θεσμούς:
Τι θα συμβεί όταν μια μεγάλη κατηγορία ακινήτων χάνει σημαντικό μέρος της εμπορικής της αξίας; Τι θα συμβεί όταν χιλιάδες ιδιοκτήτες, διαπιστώσουν ότι η γη τους δεν μπορεί πλέον να αξιοποιηθεί, όπως υπολόγιζαν;
Η απάντηση βρίσκεται σε έναν βασικό μηχανισμό της αγοράς: όταν μειώνεται απότομα η αξία ενός περιουσιακού στοιχείου, ο ιδιοκτήτης περιέρχεται σε δυσμενέστερη θέση. Αν αντιμετωπίζει φορολογικές ή άλλες οικονομικές υποχρεώσεις, αν δεν μπορεί να συντηρήσει την περιουσία του ή αν απλώς απογοητεύεται από την αβεβαιότητα, αναγκάζεται… να πουλήσει.
Και ποιος έχει τη δυνατότητα να αγοράσει όταν οι άλλοι αναγκάζονται να πουλήσουν;
Εκείνος που διαθέτει ρευστότητα, κεφάλαια, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τη δυνατότητα να περιμένει. Ο μεγάλος επενδυτής, η εταιρεία, το οργανωμένο επιχειρηματικό σχήμα ή ο αγοραστής που μπορεί να αποκτήσει εκτάσεις σε τιμές πολύ – πολύ χαμηλότερες από πριν!
Μια μεγάλη και απότομη μεταβολή στην αξία της γης – όπως αυτή που επαπειλείται τώρα – μοιραία θα επηρεάσει την κατανομή της γης, τη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας, τις τοπικές οικονομίες και, τελικά, τη διανομή και ανακατανομή του πλούτου.
Θυμάστε την κρίση του Χρηματιστηρίου; Με τίποτα δεν θα ήθελα να κάνω μία ταύτιση δύο διαφορετικών οικονομικών φαινομένων. Όμως, το τι έγινε τότε, μπορεί να είναι μια χρήσιμη υπενθύμιση για το πώς μπορεί να αναδιανεμηθεί ο πλούτος, όταν μεταβάλλονται απότομα οι αξίες των περιουσιακών στοιχείων.
Για τον κάτοικο της Μάνης, η γη είναι ταυτόχρονα περιουσία, οικογενειακή μνήμη, σύνδεση με τον τόπο και δυνατότητα παραμονής στην ιδιαίτερη πατρίδα. Ένα μικρό αγροτεμάχιο μπορεί να είναι το μοναδικό σημαντικό περιουσιακό στοιχείο μιας οικογένειας, ένα ελάχιστο απόθεμα οικονομικής ανεξαρτησίας. Μπορεί να αποτελεί τον λόγο για τον οποίο ένας νέος άνθρωπος ή ένας συνταξιούχος σκέφτεται να επιστρέψει στο χωριό ή στο ξεμόνι του…
Όταν αυτή η περιουσία χάνει την αξία της, οι συνέπειες δεν αποτυπώνονται μόνο… πολεοδομικά. Αντιθέτως, επηρεάζουν τη δυνατότητα εγκατάστασης νέων ανθρώπων στον τόπο μας, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, την ίδια την τοπική οικονομική δραστηριότητα και τη συνοχή των μικρών κοινωνιών.
Η υπεράσπιση των μικροϊδιοκτητών δεν σημαίνει υπεράσπιση της άναρχης δόμησης. Σημαίνει ότι η Πολιτεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο τον μικρό κληρονόμο που απέκτησε ένα αγροτεμάχιο, και τον οργανωμένο επενδυτή που αγοράζει εκτάσεις ως μέρος μιας ευρύτερης επιχειρηματικής στρατηγικής.
Δεν είναι αποδεκτό οι πολίτες να πληροφορούνται αποσπασματικά και μέσω αντικρουόμενων ερμηνειών ότι, η περιουσία τους ενδέχεται να μην είναι οικοδομήσιμη. Η διαχείριση της γης δεν μπορεί να στηρίζεται σε διαρκή αβεβαιότητα.
Αν ορισμένες εκτάσεις πρέπει να παραμείνουν αδόμητες για λόγους δημοσίου συμφέροντος, είναι καθήκον της Πολιτείας να διαχειριστεί τη δυσανάλογη επιβάρυνση συγκεκριμένων πληθυσμών της επαρχίας και να κατανείμει δίκαια το κόστος της περιβαλλοντικής προστασίας.
Γιατί η ιστορία της ελληνικής κοινωνίας ταυτίζεται με την ιστορία της μικρής ιδιοκτησίας.
Αν αυτή η περιουσία απομειώνεται, αν οι δυνατότητες αξιοποίησής της περιορίζονται και αν οι ιδιοκτήτες της εξαναγκάζονται… να την μεταβιβάσουν σε χαμηλές τιμές, τότε η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει όχι μόνο το πολεοδομικό αποτέλεσμα, αλλά και την κοινωνική κατανομή του κόστους.
Οι άνθρωποι που εμπιστεύτηκαν την αξία της μικρής τους περιουσίας, δικαιούνται σαφείς κανόνες και δίκαιη μεταχείριση.
Και πάνω απ’ όλα, δικαιούνται απαντήσεις:
Ποιος χάνει και ποιος κερδίζει όταν αλλάζει η αξία της γης στη Μάνη, ή οπουδήποτε αλλού στην ελληνική επαρχία;
You might also like


