Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την απόφαση 94/2025, διέταξε την προσωρινή διακοπή κάθε εργασίας για την εγκατάσταση αναβατορίου ατόμων στο Κάστρο της Μονεμβασίας. Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι η άμεση υλοποίηση των κατασκευών θα μπορούσε να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη στο μνημειακό σύνολο και το ιδιαίτερο τοπίο της περιοχής, η οποία τελεί υπό αυστηρό προστατευτικό καθεστώς. Ως προσωρινό μέτρο, και εν αναμονή της οριστικής εκδίκασης της αίτησης ακύρωσης τον Σεπτέμβριο του 2025, το Δικαστήριο απαγόρευσε την έναρξη των κατασκευαστικών εργασιών, επιτρέποντας ωστόσο τη συνέχιση των απαραίτητων διοικητικών διαδικασιών για την ωρίμανση του έργου.

Η αντιπαράθεση και το προφίλ του έργου

Η δικαστική εμπλοκή ξεκίνησε με την αίτηση αναστολής που κατέθεσαν τον Νοέμβριο του 2024 επτά αιτούντες, μεταξύ των οποίων τοπικό σωματείο, περιβαλλοντικές οργανώσεις και ιδιοκτήτες ακινήτων στην Κάτω Πόλη της Μονεμβασίας. Οι αιτούντες στράφηκαν κατά τριών βασικών πράξεων που αφορούν την έγκριση περιβαλλοντικών όρων από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση, την αρχαιολογική έγκριση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων από το Υπουργείο Πολιτισμού και την απόφαση της Δημοτικής Επιτροπής Μονεμβασίας για την κατακύρωση του διαγωνισμού στον ανάδοχο. Το έργο, προϋπολογισμού άνω των 5,7 εκατομμυρίων ευρώ, έχει ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και προβλέπει την εγκατάσταση εναέριου αναβατορίου δύο καμπίνων για τη σύνδεση της Κάτω με την Άνω Πόλη.

Η ιστορία του έργου περιλαμβάνει διαδοχικές τροποποιήσεις στη χωροθέτηση λόγω τεχνικών δυσκολιών και βραχομηχανικών μελετών, ενώ η τελική σύμβαση μεταξύ του Δήμου και της αναδόχου κοινοπραξίας υπογράφηκε τον Ιούλιο του 2024. Παράλληλα, η Μονεμβασία προστατεύεται από ένα πλέγμα νομοθεσίας ως προέχον βυζαντινό μνημείο, ιστορικός τόπος, παραδοσιακός οικισμός και περιοχή του δικτύου Natura 2000. Η σημασία του μνημείου υπογραμμίστηκε πρόσφατα και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς η Europa Nostra περιέλαβε το Κάστρο της Μονεμβασίας στον κατάλογο των επτά πλέον απειλούμενων ευρωπαϊκών μνημείων για το 2025, εκφράζοντας ανησυχίες για την αλλοίωση του τοπίου από το σχεδιαζόμενο τελεφερίκ.

Η σύγκρουση επιχειρημάτων: Προστασία του τοπίου έναντι προσβασιμότητας

Οι αιτούντες υποστήριξαν ότι η άμεση εκτέλεση των εργασιών θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στο πολιτιστικό και φυσικό περιβάλλον του Βράχου, διακινδυνεύοντας την ακεραιότητα ενός μνημείου παγκόσμιας σημασίας. Επισήμαναν ότι η έναρξη των εργασιών θα γινόταν χωρίς ειδικά προληπτικά μέτρα, ενώ τόνισαν ότι η κατακύρωση του έργου προηγήθηκε της περιβαλλοντικής αδειοδότησης. Επιπλέον, κατέθεσαν στοιχεία από διεθνείς φορείς που προειδοποιούν για τη διάσπαση της συνοχής του τοπίου από τις μόνιμες κατασκευές του αναβατορίου.

Από την πλευρά του, το Υπουργείο Πολιτισμού ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, διαβεβαιώνοντας ότι τηρήθηκε η αρχαιολογική νομοθεσία και ότι ο σχεδιασμός προβλέπει την ήπια ένταξη των κτιρίων στο πρανές, ώστε να είναι κατά το δυνατόν μη ορατά. Ο Δήμος Μονεμβασίας υποστήριξε ότι το έργο είναι απαραίτητο για την πρόσβαση ηλικιωμένων και ΑμεΑ στην Άνω Πόλη, καθώς και για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών όπως πυρκαγιές ή μεταφορές ασθενών. Παράλληλα, ο Δήμος και η Αποκεντρωμένη Διοίκηση επικαλέστηκαν τον κίνδυνο απώλειας της χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης, εάν το έργο δεν ολοκληρωθεί εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών έως το τέλος του 2025.

Η κρίση του ΣτΕ: Η υπεροχή της μνημειακής ακεραιότητας

Το Συμβούλιο της Επικρατείας, αφού αναγνώρισε το έννομο συμφέρον των αιτούντων, εστίασε στη φύση των τεχνικών εργασιών που απαιτούνται για το έργο. Το δικαστήριο έκρινε ότι οι εκσκαφές, οι επιχώσεις και οι μόνιμες κατασκευές από σκυρόδεμα με σημαντικό βάρος και όγκο εντός του αρχαιολογικού χώρου συνιστούν επεμβάσεις που μπορούν να προκαλέσουν δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη. Η κρίση αυτή βασίστηκε στην πιθανολόγηση ότι η υλοποίηση του έργου θα δημιουργήσει μια πραγματική κατάσταση που θα είναι δύσκολο να αναστραφεί σε περίπτωση που η αίτηση ακύρωσης γίνει τελικά δεκτή.

Στη στάθμιση που ακολούθησε, η Επιτροπή Αναστολών συνεκτίμησε τους λόγους δημοσίου συμφέροντος που προέβαλε η Διοίκηση, όπως η εξυπηρέτηση των ΑμεΑ και η προστασία από πυρκαγιές. Ωστόσο, το δικαστήριο έκρινε ότι η προστασία του μνημειακού συνόλου και του τοπίου υπερέχει στην παρούσα φάση, ειδικά εφόσον η εκδίκαση της κύριας υπόθεσης έχει οριστεί για το εγγύς μέλλον. Το ΣτΕ διευκρίνισε επίσης ότι η υπογραφή της σύμβασης με τον ανάδοχο δεν εμποδίζει τη δικαστική προστασία, καθώς οι αιτούντες είναι τρίτοι που πλήττονται από το αντικείμενο της σύμβασης.

Τελικά, το δικαστήριο επέλεξε ως κατάλληλο προσωρινό μέτρο την απαγόρευση κάθε κατασκευαστικής εργασίας μέχρι την έκδοση της οριστικής απόφασης. Με αυτόν τον τρόπο, διασφαλίζεται ότι δεν θα υπάρξει υλική επέμβαση στον Βράχο της Μονεμβασίας, ενώ ταυτόχρονα δεν εμποδίζεται η Διοίκηση να προχωρήσει σε άλλες τυπικές διοικητικές πράξεις που απαιτούνται για την ολοκλήρωση του φακέλου του έργου. Η απόφαση επιβάλλει επίσης τη δικαστική δαπάνη στον Δήμο και το Δημόσιο, αναγνωρίζοντας τη βασιμότητα των ανησυχιών των πολιτών.

You might also like