Κυνηγούσαμε πέρδικες σε μια πλαγιά του Σαγιά και μας έψηνε το λιοπύρι. Κάθε βήμα μας ζητούσε την άδεια από το προηγούμενο.

  Εγώ παλικαράκι τότε, εκεί γύρω στα 20. Δίπλα μου ο πατέρας μου, βράχος σαν τους βράχους που ήταν γεμάτος ο τόπος…

Ο ήλιος κατάκορφα, μας τιμωρούσε. Ίσκιος πουθενά.   Μέχρι που είδα την αγριοσυκιά, ριζωμένη στα 300 μέτρα μακριά μας. Μονάχη. Πεισματωμένη. Ριζωμένη εκεί όπου δεν περίμενες να μπορεί να σταθεί τίποτα ζωντανό.

Λένε πως είναι κακός και βαρύς ο  ίσκιος  της συκιάς για να ξαποστάσεις.  Ναι καλά.  Τέτοιες ώρες και σε τέτοια μέρη, τέτοια λόγια.  Στον Σαγιά του Σεπτέμβρη καμιά σκιά δεν περιφρονείται…

  Άνοιξα την δρασκελιά μου και κίνησα  για εκεί. Έφτασα και σώριασα το κορμί μου στη ρίζα του δέντρου. Δίπλα μου στον ίδιο ίσκιο και ο σκύλος, περιμένοντας να ανοίξω το παγούρι να τον ποτίσω…

Ο πατέρας μου δεν κάθισε.  Κοίταξε γύρω με αλλιώτικο βλέμμα, άναψε τσιγάρο έτσι στα όρθια και μου είπε την ιστορία της αγριοσυκιάς, όπως την είχε πει και σε εκείνον ο πατέρας του. Μάλλον όχι όλη. Κάποιες ιστορίες δεν λέγονται ολόκληρες. Πάντα κάτι μένει θαμμένο.

Μου είπε, όμως, πως εκεί ακριβώς, καθισμένο στον ίδιο ίσκιο σκότωσαν τον Δρακούλη, όταν φυγοδικούσε. Όχι οι χωροφυλάκοι που τον έψαχναν, αλλά οι άνθρωποι της άλλης οικογένειας που στο αίμα του ζητούσαν τον γδικιωμό τους.  Επτά μήνες κρυβόταν στα βουνά, επτά μήνες τον έψαχναν και οι άλλοι…

Αυτοί που τον βρήκαν και τον σκότωσαν ήταν κάποτε φίλοι του, είχαν μοιραστεί το ίδιο ψωμοτύρι, είχαν πιει νερό από τις ίδιες στέρνες.  Στο ίδιο χωριό είχαν μεγαλώσει, στα ίδια καλντερίμια είχαν παίξει σαν παιδιά, μαζί είχαν βοσκήσει ζώα σαν αγόρια όταν άρχισαν να πρωτοβγαίνουν στον κόσμο.

Έπειτα, ένας αστείος μικροκαυγάς εξελίχθηκε σε προσβολή.  Και ο Δρακούλης έχυσε το πρώτο αίμα και δραπέτευσε  στις ερημιές για να αποφύγει  αυτό που επέβαλε η τάξη των πραγμάτων, στη Μάνη των παλιότερων καιρών.

Στεγνός και σκληρός σαν τον τόπο, σβέλτος, αθόρυβος σαν λύκος τις νύχτες, έζησε μονάχος εκεί που δεν φανταζόταν άνθρωπος,  σε κρυψώνες που μόνο αυτός ήξερε.

Τα αποσπάσματα της χωροφυλακής ανήμπορα να τον βρουν. Και κανείς δεν τους βοηθούσε, γιατί ούτε και η άλλη οικογένεια ήθελε να τον βρουν πρώτοι οι χωροφύλακες…

Όμως,  επειδή «το αίμα αναπηδά, σκίζει λαγκάδια και περνά», στο τέλος τον βρήκαν οι παλιοί του φίλοι, τα ίδια αυτά παιδιά που μεγάλωσαν μαζί.

Οι σφαίρες από τους γκράδες στο σώμα του έδειξαν τι είχε συμβεί.

Μετά συνέβησαν και άλλα. Συνήθως έτσι γινόταν. Αυτή είναι η φύση της εκδίκησης. Κλιμακώνεται. Δεν μπορεί να ελεγχθεί. Το ένα κακό φέρνει δεύτερο και η ιστορία συνεχίζεται, μέχρι που το αρχικό κρίμα σχεδόν ξεχνιέται μέσα σε αυτά που ακολουθούν. Σε εκείνους τους καιρούς η Μάνη ήταν ένας  κόσμος γεμάτος από ενοχές παλιών αμαρτημάτων, ανείπωτες κατάρες και συντρίμμια συνεπειών…

Από τότε με έφερε και άλλες φορές ο δρόμος μου κοντά στην αγριοσυκιά. Όμως, στη σκιά της δεν έκατσα ξανά.  Γιατί ξέρω πως υπάρχουν δέντρα που δεν μεγαλώνουν μόνο με νερό και χώμα.

Μεγαλώνουν και με όσα είδαν…

You might also like