Από 19 χρονών παλικαράκι, είναι κάτι σαν τάμα κάθε Σεπτέμβρη να κατεβαίνω για μία εβδομάδα «κάτω», να βρίσκομαι στον τόπο μου τον… «αρδικολόη» μήνα.

Εγώ είμαι εγώ κι ο καθένας σώζεται μόνος του, όπως ξέρει και όπως μπορεί, με τα δικά του νερά και τις δικές του πέτρες.

Ξέρω όμως τι είναι αυτό που με τραβάει πίσω. Είναι η γενέθλια γη.  Ο τόπος που γνώρισε το σώμα μας πριν τον γνωρίσει το μυαλό μας. Και ό,τι αρχίζει εκεί, δεν τελειώνει ποτέ εντελώς…

Οι δεσμοί μας με τους τόπους έχουν πολλές μορφές. Μερικοί είναι φανεροί: ένα σπίτι, μια αυλή, ένα χωράφι, μια θάλασσα. Άλλοι είναι πιο μυστικοί. Μια μυρωδιά. Ένας αέρας. Ένα συγκεκριμένο φως του Σεπτέμβρη. Ένας ήχος μέσα στη νύχτα.

Πριν από μερικές δεκαετίες σε αυτήν την πέτρινη κόχη της πατρίδας μας οι φαμίλιες πότιζαν τα νεογέννητα παιδιά με «αρδικόαιμα», για να γενούν κυνηγοί. Πίστευαν πως εκείνοι που είχαν ποτιστεί με αρδικόαιμα από την πρώτη τους ανάσα, θα μπορούν να βρίσκουν τα ορτύκια με την οσμή σαν μεγαλώσουν

Υπάρχουν ακόμα μερικοί τέτοιοι λεβεντόγεροι στη Μέσα Μάνη, που κοιμούνται τις νύχτες στα λιακωτά τους με τα αφτιά και… τα ρουθούνια τους ανοιχτά στον κόσμο.

Και όταν ένας μικρός βοριάς αρχίζει να τρεμουλιάζει τα φύλλα των λιόδενδρων το Σεπτέμβρη, αυτοί βγαίνουν ξημερώματα και… οσμίζονται τον αέρα.

– « Αρδικουλιά μου μυρίζει σήμερα, το πρωί θα έχει ορτύκια», θα τους ακούσεις να λένε. Και συχνά πέφτουν μέσα!

Γιατί κάποτε ο Σεπτέμβρης δεν ήταν απλώς ο μήνας που τέλειωνε το καλοκαίρι. Ήταν ο μήνας που έπρεπε να εξασφαλίσεις τον χειμώνα. Ήταν ο «αρδικολόης» μήνας. Είχε μυρωδιά, είχε ήχο, είχε προσμονή…

Πριν από 70- 80 χρόνια, οι απόχες μιας οικογένειας εξασφάλιζαν το κρέας μιας ολόκληρης χρονιάς.

Το ομαδικό κυνήγι οικογενειών ή και χωριών ολόκληρων με απόχες -οι λεγόμενες τραπέλες- ανατρέχει σε ένα πρωτόγονο κοινωνικό σύστημα παραγωγής, όπου οι άνθρωποι ήξεραν ακόμα να μοιράζονται.

Όλες οι πλαγιές ήταν μοιρασμένες ανάμεσα σε οικογένειες, όπως μοιρασμένοι ήταν οι βοσκότοποι και οι ψαρότοποι. Κάθε τόπος είχε τον άνθρωπό του και κάθε οικογένεια γνώριζε τα σύνορά της. Κάθε παραβίαση του ορισμένου χώρου από άλλη τραπέλα μπορούσε να γίνει αφορμή πολέμου ανάμεσα σε οικογένειες, ή και χωριά ακόμα.

Κι ύστερα, το απόγευμα, ερχόταν η ώρα της μοιρασιάς στη ρούγα του χωριού. Ποτέ δεν μετρούσε ποιος είχε πιάσει περισσότερα. Όλοι έπαιρναν το ίδιο. Κι ένα μέρος των ορτυκιών πήγαινε στις οικογένειες που είχαν πένθος και δεν μπορούσαν να εκπροσωπηθούν στην τραπέλα. Κι ένα άλλο μέρος στα ορφανά του χωριού, σ’ εκείνα τα παιδιά που δεν είχαν πια πατέρα ή μάνα για να σταθούν μαζί με τους άλλους. Για να έχουν κι αυτά το μερίδιό τους στην κοινή προσπάθεια. Για να μην είναι έξω από την κοινότητα…

Αυτά τα ορτύκια που πάστωναν οι ίδιοι με το δικό τους αλάτι, ήταν το μοναδικό κρέας που μπορεί να έτρωγε μία οικογένεια ολόκληρο τον χρόνο!

Τα υπόλοιπα, διατηρούνταν ζωντανά όπως είχαν πιαστεί με τις απόχες και γίνονταν… εμπόριο και εισόδημα, για έναν τόπο που δεν είχε άλλες πλουτοπαραγωγικές πηγές.

Γύρω στα 120.000 ζωντανά ορτύκια το χρόνο, έφθανε η εξαγωγή στη Γαλλία. Έρχονταν τα παπόρια στον Γερο λιμένα και φόρτωναν κατευθείαν για Μασσαλία.

Κι έτσι ο Σεπτέμβρης έγινε μνήμη. Έγινε μυρωδιά στον αέρα, ήχοι από τους τρυγονοσούρτες που περνάνε μέσα στη νύχτα, πατημασιές στις πέτρες, παππούδες που σηκώνουν το κεφάλι και μυρίζουν τον βοριά.

Τα παιδιά, τα εγγόνια και τα δισέγγονα εκείνων των ανθρώπων συνεχίζουν ακόμη να λένε τον Σεπτέμβρη «αρδικολόη» μήνα. Και, με τον δικό τους τρόπο, συνεχίζουν να τον ζουν και να τον γεύονται.

Γι’ αυτό βρίσκω κάτι ακραίο, βίαιο και… ταξικό, στην περιφρόνηση με την οποία διάφοροι «εστέτ» των Αθηνών αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους της υπαίθρου, επειδή συνεχίζουν να κυνηγάνε.

Δεν είναι ανάγκη να σου αρέσει ή να συμφωνείς με το κυνήγι. Αλλά υπάρχει μια αλαζονεία στο να κοιτάς από μακριά έναν άνθρωπο και να νομίζεις πως, επειδή δεν καταλαβαίνεις αυτό που κάνει, δεν έχει και νόημα γι’ αυτόν.

Έχω φίλους εκεί κάτω, που δυσκολεύονται να απαντήσουν στο γιατί συνεχίζουν να το κάνουν. Όμως, υπάρχουν πράγματα που δεν εξηγούνται. Πράγματα που δεν περνούν εύκολα στη γλώσσα. Τα βιώνεις, τα κουβαλάς, έστω και αν δεν μπορείς να τα ονομάσεις. Μια μνήμη που δεν είναι ακριβώς δική σου, κι όμως κατοικεί μέσα σου.

Τα ζεις, αλλά ξέρεις πως αν κάποιος χρειάζεται να σε ρωτήσει, δεν πρόκειται και ποτέ να τα καταλάβει…

You might also like