Ο διάλογος των Μηλίων
«Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟΤΗΤΑ»
τόμος Γ΄ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, -Η ισχύς και το δίκαιο – (απόσπασμα, σελ. 251-258)
Οι Μήλιοι είναι Δωριείς, άποικοι της Σπάρτης, αλλά προσπάθησαν να μείνουν ουδέτεροι κατά τη διάρκεια του πολέμου. Οι Αθηναίοι, των οποίων η κυριαρχία εκτείνεται σχεδόν σε όλο το Αιγαίο, αποφασίζουν να τελειώνουν με τη Μήλο και το 416 στέλνουν μια σημαντική στρατιωτική αποστολή, τριάντα πλοία με σχεδόν τρεις χιλιάδες άνδρες. Μετά την περιγραφή της αποβίβασης (Ε΄, 84), ο Θουκυδίδης παρεμβάλλει τον περίφημο διάλογο —πρόκειται, απ’ όσο γνωρίζω, για τον πρώτο διάλογο σε πεζό λόγο ο οποίος μας έχει παραδοθεί στην ελληνική γραμματεία, προγενέστερος εν πάση περιπτώσει των διαλόγων του Πλάτωνα — ανάμεσα σε Αθηναίους και Μηλίους (Ε΄, 85-111), όπου οι πρώτοι απαιτούν την υποταγή των δεύτερων. Οι Μήλιοι αρνούνται, οι Αθηναίοι τους πολιορκούν και μετά από μερικούς μήνες καταλαμβάνουν την πόλη (Ε΄, 112-116). Αποφασίζουν να σκοτώσουν όλους ανεξαιρέτως τους ενήλικους άνδρες. Ο Πλούταρχος μας λέει ότι ο Αλκιβιάδης διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο σε αυτή την απόφαση. Έτσι τελειώνει το βιβλίο Ε΄. Από την αρχή του βιβλίου ΣΤ΄, ο Θουκυδίδης μάς μιλά για το καινούργιο σχέδιο των Αθηναίων: την κατάχτηση της Σικελίας.
Οι Αθηναίοι είναι λοιπόν μεθυσμένοι από την εξουσία. Σκέφτονται πως τα πάντα τούς είναι δυνατά και επιτρεπτά, δεν γνωρίζουν πια πού βρίσκονται τα όρια – πράγμα το οποίο συνιστά τον καθαυτό ορισμό της ύβρεως. Και αυτό το απόγειο της ύβρεως είναι ταυτοχρόνως απόγειο ειλικρίνειας, διότι σε αυτόν το διάλογο οι Αθηναίοι χρησιμοποιούν μόνο τη γλώσσα της βίας, αρνούνται κάθε άλλον τύπο θεώρησης. Οι Μήλιοι υπογραμμίζουν: αυτό που κάνετε δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε προς το συμφέρον σας. Μέχρι τότε, οι Αθηναίοι, όπως είδαμε με την ευκαιρία της υπόθεσης της Μυτιλήνης, ήταν διατεθειμένοι να ακούσουν αυτή την επιχειρηματολογία: έχετε συμφέρον να σέβεστε το δίκαιο. Θυμίζουμε, εξάλλου, ότι μια τέτοια επίκληση του δικαίου ήταν πάντα λίγο πολύ συνηθισμένη παντού στην Ελλάδα. Κάνουμε ότι έχουμε να κάνουμε, αλλά προσθέτουμε: ενεργούμε έτσι βάσει της τάδε συνθήκης, των τάδε νόμων, ή διότι μας υποχρεώνει η μνήμη των προγόνων, ή διότι η τύχη είναι άστατη και δεν πρέπει να προσβληθούν οι Θεοί… Τώρα όμως όλη αυτή η μακροσκελής συζήτηση είναι μια διαρκής άρνηση των Αθηναίων απέναντι στα επιχειρήματα δικαίου που προβάλλουν οι Μήλιοι. Εντούτοις, ακόμα και εδώ — θες ο αδιόρθωτος χαρακτήρας των Ελλήνων, θες η ισχύς του ηθικού νόμου, όπως θα έλεγε ο Kant, τρέχα γύρευε —, υπάρχει μια εξαίρεση. Κάποια στιγμή, οι Αθηναίοι δικαιολογούνται, παρ’ όλα αυτά, λέγοντας: οι θεοί όπως και οι άνθρωποι υπακούουν σε ένα νόμο της φύσης, σύμφωνα με τον οποίο εξουσιάζει ο ισχυρότερος· δεν τον φτιάξαμε εμείς και δεν είμαστε οι πρώτοι που τον εφαρμόζουμε.Παρά ταύτα όμως, βλέπουμε σε ποιο βαθμό ο διάλογος προοιωνίζεται κατά μια έννοια τα επιχειρήματα του Θρασυμάχου στο Α΄ βιβλίο της Πολιτείας του Πλάτωνα για τό του κρείτονος συμφέρον, τη δικαιοσύνη ως συμφέρον του ισχυροτέρου.
Ας έλθουμε στον ίδιο το διάλογο. Οι Αθηναίοι λένε εκ προοιμίου: έπισταμένονς πρός είδότας ότι δίκαια μέν έν τώ άνθρωπείω λόγω άπό τῆς ἴσης άνάγκης κρίνεται, γνωρίζετε, όπως κι εμείς ότι μπορεί να γίνει συζήτηση για το δίκαιο σύμφωνα με την ανθρώπινη σκέψη μόνο από τη στιγμή που υπάρχει η ίδια ανάγκη – δηλαδή η ίδια δύναμη — δυνατά δέ οἱ προύχοντες πράσσονσι καί οἱ ἀσθενεῖς ξνγχωροῦσιν, και όταν δεν υπάρχει η ίδια ισχύς, οι πιο ισχυροί κάνουν ό,τι μπορούν – δηλαδή, όλα όσα μπορούν – και οι πιο αδύναμοι υποχωρούν. Οι Αθηναίοι επαναλαμβάνουν αυτή την οιονεί ταυτολογία, την οποία γνωρίζουμε πολύ καλά: υπάρχει δίκαιο ανάμεσα σε ίσους, μεταξύ άνισων όμως αυτοί οι οποίοι είναι πιο δυνατοί προχωρούν μέχρι το σημείο που μπορεί να πάει η δύναμή τους. Η δύναμη, όπως την αντιλαμβάνεται ο Θουκυδίδης κι έτσι όπως υπάρχει πράγματι στην ιστορία, μοιάζει με αέριο: τείνει να καταλάβει όλο τον διαθέσιμο χώρο. Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να τη σταματήσει είναι μια άλλη δύναμη. Ο Madison, ένας από τους συντάκτες του αμερικανικού Συντάγματος, παραδεχόταν επίσης ως προφανές το ότι μόνο η δύναμη μπορεί να σταματήσει μια άλλη δύναμη, εξού και η ιδέα ότι είναι αναγκαίο να επικυρωθεί ο διαχωρισμός των εξουσιών στο Σύνταγμα. Οι Μήλιοι απαντούν στους Αθηναίους (Ε΄, 90): είναι παρά ταύτα συμφέρον αυτός που κινδυνεύει να μην παραιτηθεί της δυνατότητας να επικαλεστεί την τήρηση του νόμου, και αυτό θα μπορούσε ακόμα και να σας φανεί χρήσιμο μια μέρα… Οι Αθηναίοι ανταπαντούν: δεν φοβόμαστε τίποτε, ακόμα κι αν η ηγεμονία μας κατέρρεε· εμείς όμως θέλουμε, προκειμένου να σώσουμε αυτή την ηγεμονία, να σας κατακτήσουμε χωρίς μάχη, και ως εκ τούτου να σας σώσουμε. Οι Μήλιοι λένε: δεν είναι δυνατόν να σωθούμε αν υποδουλωθούμε. Οι Αθηναίοι: καλύτερα να είναι υποδουλωμένος κανείς παρά κατεστραμμένος (Ε΄, 91-93). Στην πρόταση των Μηλιών: θέλουμε να είμαστε φίλοι σας χωρίς να συμμαχήσουμε ούτε με τους μεν ούτε με τους δε (Ε΄, 94), οι Αθηναίοι απαντούν με μια φράση τρομερή – η οποία μας παραπέμπει στον Κλέωνα, αλλά και στον Machiavelli: η έχθοα σας μας είναι λιγότερο επιζήμια από τη φιλία σας, διότι οι υπήκοοί σας θα έβλεπαν στη φιλία ένα σημάδι αδυναμίας μας, ενώ γνωρίζουν ότι μόνο οι ισχυροί μισούνται (Ε΄, 95). Είναι ισχυρότερο από το λατινικό oderint dum metuant latin. Οι Αθηναίοι λένε: θέλουμε να μας μισείτε, κανείς δεν μίσησε ποτέ κάποιον ανίσχυρο, το μίσος σας είναι απόδειξη της ισχύος μας μπροστά σε όλο τον κόσμο. Βλέπετε καθαρά ότι ως προς αυτό ο σύγχρονος κόσμος αποτελεί το βασίλειο της υποκρισίας· ούτε ο Hitler δεν θα είχε τολμήσει να πει κάτι παρόμοιο· είχε ανάγκη να συγκαλύψει κάπως τα πράγματα. Όταν οι Μήλιοι ρωτούν: «άραγε οι υποτελείς σας θεωρούν φυσιολογικό το ότι αντιμετωπίζετε με τον ίδιο τρόπο τις αποικίες σας και αυτούς με τους οποίους δεν έχετε καμία σχέση;», οι Αθηναίοι απαντούν: «οι υποτελείς γνωρίζουν ότι μπορεί κανείς πάντα να προβάλει επιχειρήματα δικαίου, αλλά ότι μόνο η δύναμη των μεν ή των δε τους προφυλάσσει». Τότε οι Μήλιοι προβάλλουν το επιχείρημα του συμφέροντος: το συμφέρον μας μπορεί να συμπίπτει με το δικό σας, διότι αν μας υποδουλώσετε, θα κάνετε εχθρούς σας όλους όσοι είναι ουδέτεροι, καθώς θα φοβηθούν ότι θα υποστούν την ίδια μοίρα. Το επιχείρημα όμως αφήνει αδιάφορους τους Αθηναίους: το μόνο πράγμα που φοβόμαστε εμείς είναι να διανοηθούν οι νησιώτες ότι μπορούν να είναι ανεξάρτητοι… (Ε΄, 96-99). Η συζήτηση συνεχίζεται· οι Μήλιοι προβάλλουν ξανά τους λόγους που έχουν για να μην υποχωρήσουν: θα ατιμαστούμε διακινδυνεύοντας λιγότερο από εσάς, η τύχη μπορεί να μας ευνοήσει… Και τελικά: εφόσον η υπόθεσή μας είναι δίκαιη, οι θεοί δεν θα επιτρέψουν να είναι δυσμενής για μας η τύχη, και οι Λακεδαιμόνιοι, οι οποίοι είναι φυλετικοί αδελφοί μας, θα μας βοηθήσουν διότι διακυβεύεται η τιμή τους (Ε΄, 100-104).
Η απάντηση των Αθηναίων στις τελευταίες αυτές παρατηρήσεις βρίσκεται στο μακροσκελέστερο κεφάλαιο (105) του διαλόγου, το οποίο είναι Θαυμάσιο και ταυτοχρόνως τρομερό. Καθώς οι Μήλιοι έχουν μόλις επικαλεστεί τη βοήθεια των θεών, οι Αθηναίοι απαντούν: ούτε κι εμείς πιστεύουμε ότι θα μας λείψει η εύνοια των θεών, «διότι οι κρίσεις μας» — διαβάζω τη μετάφραση της Jacqueline de Romilly —, «ή οι πράξεις μας δεν αφίστανται ούτε κατ’ ελάχιστον από αυτό που πιστεύουν οι άνθρωποι για το θείο ή επιθυμούν για τις αμοιβαίες σχέσεις τους. θεωρούμε, πράγματι, ότι τόσο από τη θεϊκή, όσο από την ανθρώπινη άποψη (σχετικά με την πρώτη, πρόκειται για γνώμη, ενώ για τη δεύτερη πρόκειται για βεβαιότητα), ένας νόμος της φύσης έχει πάντα ως αποτέλεσμα, αν είναι κάποιος πιο δυνατός, να εξουσιάζει». Προσέξτε το βαθμό οξυδέρκειας του Θουκυδίδη: όσον αφορά τους θεούς, πρόκειται για γνώμη, ενώ όσον αφορά τους ανθρώπους, για βεβαιότητα. Η Jacqueline de Romilly, η οποία έχει περάσει επίσης από τη στωικο-ρωμαιο-ιησουιτική παράδοση, προσθέτει μια υποσημείωση: «Οι Αθηναίοι σκέφτονται κυρίως τους ανθρώπους, και πιθανώς αυτό που λένε για τουςθεούς ισχύει κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο αυτοί παρεμβαίνουν στις ανθρώπινες υποθέσεις». Σημείωση η οποία προκαλεί αρκετή έκπληξη, διότι θα έλεγε κανείς ότι η Jacqueline de Romilly, η οποία γνωρίζει την αρχαία Ελλάδα δέκα φορές καλύτερα από εμένα, ξέχασε ξαφνικά τη Θεογονία του Ησιόδου, όπου οι διαδοχικές γενεές των θεών καταλαμβάνουν την εξουσία σκοτώνοντας ή ευνουχίζοντας τους προκατόχους τους, και την Ιλιάδα, όπου ο Ζευς απειλεί την Ήρα ότι θα την κρεμάσει αλυσοδεμένη στους αιθέρες ανάμεσα στα σύννεφα αν συνεχίσει να βοηθά τους Αχαιούς — και η Ήρα φοβάται. Το γεγονός πάντως είναι ότι το «οι ισχυρότεροι εξουσιάζουν τους ασθενέστερους» ισχύει κατά πρώτο λόγο για τους θεούς. Γνώμη; Ναι, φυσικά. Θυμηθείτε τι λέει ο Πρωταγόρας την ίδια εποχή: όσον αφορά τις θείες υποθέσεις, δεν μπορώ να πω ούτε ναι ούτε όχι — είναι ζήτημα γνώμης. Οι Αθηναίοι μπορούν λοιπόν να βεβαιώσουν ότι αυτός ο νόμος ισχύει για τους θεούς σύμφωνα με τη γνώμη των Ελλήνων (έτσι όπως αυτή εμφανίζεται, παραδείγματος χάριν, στη μυθολογία τους). Και συνεχίζουν: ἠμεις οὔτε θέντες τόν νόμον οὔτε κειμένω πρῶτοι χρησάμενοι, ὄντα δέ παραλαβόντες καί ἔσομενον ἔς αἰεί καταλείψοντες χρώμεθα αὐτῶ, αυτόν το νόμο δεν τον θεσπίσαμε, δεν τον ανακαλύψαμε εμείς, ούτε είμαστε οι πρώτοι που τον εφαρμόσαμε· υπήρχε πριν από εμάς και θα εξακολουθήσει να υπάρχει μετά από εμάς. Τώρα είναι η σειρά μας να τον εφαρμόσουμε, γνωρίζοντας εξάλλου ότι τόσο εσείς, Μήλιοι. όσο και κάθε άλλος, αν βρισκόσασταν επικεφαλής της ίδιας δύναμης, θα πράττατε ακριβώς το ίδιο. Όσο για την εμπιστοσύνη που δείχνουν οι Μήλιοι στους Λακεδαιμονίους και για τη στήριξη που για λόγους τιμής θα τους παρείχαν, οι Αθηναίοι προσθέτουν (παραθέτω και πάλι τη Romilly): «Οι Λακεδαιμόνιοι, μεταξύ τους και στους εσωτερικούς θεσμούς τους, εφαρμόζουν αυστηρά την αρετή’ απέναντι στους άλλους όμως, πολλά θα μπορούσε να πει κανείς για τις μεθόδους τους, και τα οποία θα συνοψίζονταν ουσιαστικά στο εξής: κανένας λαός, απ’ όσο γνωρίζουμε, δεν έχει με τόσο ξεκάθαρο τρόπο τη συνήθεια να θεωρεί καλό ό,τι του αρέσει και δίκαιο ό,τι εξυπηρετεί τα συμφέροντά του (τά μέν ἡδέα καλά νομίζουσι, τά δέ ξυμφέροντα δίκαια)». Η Jacqueline de Romilly προσθέτει εδώ άλλη μία σημείωση λιγότερο αμφισβητήσιμη από την πρώτη: «Η διαπίστωση αυτή μπορεί να προκαλέσει έκπληξη, αλλά η υποκρισία της Σπάρτης μνημονεύεται επίσης στους Αχαρνείς, 307, και στην Ανδρομάχη, 445 και επόμενα. Μπορούμε να παραθέσουμε επίσης τη στάση της κατά την υπόθεση των Πλαταιών (Γ΄, 68.4) ή των συνθηκών με την Περσία, στο βιβλίο Η΄». Θα μπορούσε, τελικά, να προσθέσει ότι ολόκληρο το βιβλίο Α΄ καταδεικνύει πως οι Σπαρτιάτες οδηγούνται μόνο από το συμφέρον τους και ότι το τελευταίο που τους απασχολεί είναι το δίκαιο. Μετά τη μακροσκελή παρέμβαση, οι Μήλιοι απαντούν εν περιλήψει: είναι συμφέρον των Λακεδαιμονίων να μη μας εγκαταλείψουν· σε αντίθετη περίπτωση, οι σύμμαχοί τους δεν θα τους εμπιστεύονταν. Οι Αθηναίοι ανταπαντούν: όταν σκέφτεται κανείς τα συμφέροντά του, πρέπει να διακινδυνεύει για να υποστηρίξει τη δικαιοσύνη· οι Λακεδαιμόνιοι όμως αποφεύγουν να διακινδυνεύσουν (Ε΄, 106-110). Και οι Αθηναίοι καταλήγουν: στην πραγματικότητα, δεν είπατε τίποτε προκειμένου να σώσετε τους εαυτούς σας. Προσέξετε να μην αφεθείτε να σας κατευθύνει κάποια αντίληψη περί αισχύνης, περί ντροπής ή τιμής, διότι κάτι τέτοιο μπορεί να σας οδηγήσει στην καταστροφή. Μην αφήνεστε να τυφλωθείτε από μια λέξη και μη σκέφτεστε ότι είναι ατιμωτικό να υποχωρήσετε απέναντι σε μια ανώτερη δύναμη. Εδώ υπάρχει προφανής αντίφαση με αυτό που δηλώνει ρητά και επανειλημμένα ο Περικλής στον Επιτάφιο: ότι η αισχύνη, η ντροπή, η άρνηση της ατίμωσης, είναι ένα από τα θεμέλια όλης της θέσμισης, του τρόπου με τον οποίο δρουν και διοικούν οι Αθηναίοι. Το επιχείρημα που χρησιμοποιούν εδώ βρίσκεται στον αντίποδα. Η λογική συνέπειά του θα έπρεπε να οδηγούσε στην καταδίκη της ίδιας τους της στάσης κατά τους Μηδικούς πολέμους: θα έπρεπε να είχαν υποταχθεί στους Πέρσες, όπως έκαναν για μεγάλο διάστημα οι Έλληνες της Μικράς Ασίας… Οι Μήλιοι δεν θα λάβουν υπόψη τους αυτό το επιχείρημα (Ε\ 112-114). Μετά από μια αρκετά μακρόχρονη πολιορκία και μερικές αψιμαχίες (Ε’, 115-116), το βιβλίο Ε’ ολοκληρώνεται με την τελευταία παράγραφο του κεφαλαίου 116: ένα καινούργιο εκστρατευτικό σώμα φτάνει από την Αθήνα και, ύστερα από προδοσία, οι Μήλιοι αποφασίζουν να παραδοθούν άνευ όρων. Οι Αθηναίοι τότε σκοτώνουν όλους τους Μηλίους ἡβῶντας, σε ηλικία να φέρουν όπλα, μεταφράζει η Romily· ας πούμε μάλλον: όσους έχουν φτάσει ή περάσει την εφηβεία. Στη συνέχεια, αιχμαλωτίζουν τα γυναικόπαιδα και στέλνουν επιτόπου πεντακόσιους εποίκους.
You might also like


