Γράφει ο Δημοσιογράφος Δημήτρης Μανιατάκος

Η κυβέρνηση επιμένει να παρουσιάζει μια εικόνα οικονομικής επιτυχίας, που όμως δεν μπορεί να βρει απήχηση στο μέσος πολίτης, γιατί βλέπει την ακρίβεια να καλπάζει ανεξέλεγκτα. Η κυβέρνηση μιλά για μείωση της ανεργίας, αύξηση των μισθών, αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης. Όλα αυτά μπορεί να έχουν τη σημασία τους στους πίνακες των οικονομικών δεικτών, όμως εκεί που κρίνεται κάθε οικονομική πολιτική δεν είναι οι παρουσιάσεις των υπουργείων, αλλά το πορτοφόλι του πολίτη. Εκεί λοιπόν η πραγματικότητα είναι αμείλικτη, διότι η ακρίβεια έχει μετατραπεί στον μεγαλύτερο εχθρό του ελληνικού νοικοκυριού. Το κόστος των τροφίμων, των καυσίμων, της στέγασης και των βασικών υπηρεσιών απορροφά ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για αξιοπρεπή διαβίωση. Αλήθεια είναι ότι κάθε μήνα για χιλιάδες οικογένειες, ο μισθός τελειώνει πριν τελειώσουν οι υποχρεώσεις.

Ο ίδιος ο πρωθυπουργός σήμερα παραδέχθηκε στη Βουλή ότι η καθημερινότητα πιέζει τους πολίτες και ότι οι χαμηλόμισθοι, οι συνταξιούχοι, οι ενοικιαστές και οι νέοι αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα μεγάλες δυσκολίες και αλήθεια η παραδοχή αυτή είναι σημαντική. Εκεί όμως που η κυβέρνηση καλείται να δώσει απαντήσεις, επιλέγει να παρουσιάσει μέτρα περιορισμένης αποτελεσματικότητας. Η πιο χαρακτηριστική εξαγγελία ήταν ότι, ύστερα από συνεννόηση με τα δύο ελληνικά διυλιστήρια, η τιμή της βενζίνης θα μειωθεί κατά 10 λεπτά το λίτρο και του πετρελαίου κίνησης κατά 5 λεπτά μέχρι το τέλος Αυγούστου. Η ανακοίνωση αυτή μάλιστα επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί ως ουσιαστική παρέμβαση υπέρ των καταναλωτών και δεν σταματούσαν να χειροκροτούν οι κυβερνητικοί βουλευτές. Στην πραγματικότητα, όμως, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί λύση απέναντι σε ένα πρόβλημα που έχει αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά. Πάμε λοιπόν να δούμε τι σημαίνει αυτή η ανακοίνωση στην πράξη. Ένας οδηγός που ανεφοδιάζει το αυτοκίνητό του με 50 λίτρα βενζίνης θα εξοικονομήσει περίπου 5 ευρώ ανά γέμισμα.

Πρόκειται για ένα περιορισμένο όφελος, το οποίο δεν αλλάζει ουσιαστικά το μηνιαίο κόστος μετακίνησης, ιδιαίτερα για όσους χρησιμοποιούν καθημερινά το αυτοκίνητό τους για να πάνε στη δουλειά τους και να επιστρέψουν σπίτι τους. Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η παρέμβαση έχει σαφώς προσωρινό χαρακτήρα, μόλις μερικών εβδομάδων. Η ίδια η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι ισχύει μέχρι το τέλος Αυγούστου, αλλά η ακρίβεια δεν λήγει στις 31 Αυγούστου κι ούτε οι αυξημένες τιμές στα καύσιμα αποτελούν εποχικό φαινόμενο. Συνεπώς, για να λέμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους όταν ένα διαρθρωτικό πρόβλημα αντιμετωπίζεται με ένα μέτρο λίγων εβδομάδων, εύλογα συμπεραίνει κανείς ότι πρόκειται περισσότερο για διαχείριση των εντυπώσεων, παρά για ολοκληρωμένη και ουσιαστική πολιτική παρέμβαση. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. Οι τιμές της αμόλυβδης βενζίνης σε γειτονικές βαλκανικές χώρες είναι χαμηλότερες από τις αντίστοιχες ελληνικές και αυτό το γεγονός έχει οδηγήσει πολλούς κατοίκους παραμεθόριων περιοχών της Μακεδονίας και της Θράκης τα τελευταία χρόνια να περνούν τα σύνορα και να επιλέγουν ανεφοδιασμό εκτός Ελλάδας, κάνοντας μάλιστα και τα ψώνια της εβδομάδας τους εκεί, προφανώς γιατί βρίσκουν πιο οικονομικές τιμές.

Η διαφορά αυτή δεν εξαλείφεται με μια προσωρινή έκπτωση 10 λεπτών ανά λίτρο. Αντίθετα, αναδεικνύει ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο και συνδέεται με το συνολικό επίπεδο φορολόγησης των καυσίμων και γι’ αυτό ούτε λέξη για μείωση του ειδικού φόρου στα καύσιμα. Αξίζει επίσης να σταθεί κανείς στην ίδια τη διαδικασία που περιέγραψε ο πρωθυπουργός από το βήμα της Βουλής. Η μείωση δεν προκύπτει από μια θεσμική μεταρρύθμιση, ούτε από μια μόνιμη αλλαγή πολιτικής, αλλά από συμφωνία με τα δύο ελληνικά διυλιστήρια για χρηματοδοτική συμβολή περιορισμένης διάρκειας. Αυτό γεννά εύλογα ερωτήματα. Αν υπάρχει δυνατότητα να μειωθεί η τιμή σήμερα, γιατί δεν υπήρξε αντίστοιχη παρέμβαση νωρίτερα; Και γιατί η μείωση έχει συγκεκριμένη ημερομηνία λήξης; Εκείνο λοιπόν που οφείλει να κατανοήσει η κυβέρνηση είναι πως οι πολίτες δεν χρειάζονται προσωρινές ανάσες, αλλά σταθερές και διαρκείς λύσεις. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η αύξηση του πληθωρισμού οφείλεται κυρίως στις διεθνείς ενεργειακές εξελίξεις. Σαφώς κανείς δεν αντιλέγει, είναι αλήθεια ότι οι διεθνείς κρίσεις επηρεάζουν όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

 

Ωστόσο, η επίκληση των εξωτερικών παραγόντων δεν μπορεί να αποτελεί διαρκή εξήγηση για κάθε πρόβλημα, ούτε να υποκαθιστά την ανάγκη για αποτελεσματικές εθνικές πολιτικές. Όλοι εμείς λοιπόν οι απλοί πολίτες δεν συγκρίνουμε τις δυσκολίες μας με τα στατιστικά στοιχεία άλλων χωρών. Συγκρίνουμε αυτά που πληρώνουμε σήμερα με αυτά που πληρώναμε πριν από λίγα χρόνια. Συγκρίνουμε τον μισθό μας με το κόστος του σούπερ μάρκετ, του ενοικίου και του πρατηρίου καυσίμων και η καθημερινή εμπειρία μας είναι αυτή που τελικά διαμορφώνει την εικόνα για την οικονομία. Ας καταλάβουν κάποια στιγμή εκεί στην κυβέρνηση, πως η οικονομική πολιτική δεν κρίνεται από τις εξαγγελίες, ούτε από τα χειροκροτήματα στη Βουλή.

Κρίνεται από το αν ο μέσος πολίτης μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια, χωρίς να αναγκάζεται να περικόπτει βασικές ανάγκες για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Μέχρι σήμερα, οι κυβερνητικές παρεμβάσεις απέναντι στην ακρίβεια δεν φαίνεται να έχουν ανατρέψει αυτή την πραγματικότητα και όταν η απάντηση σε μια πρωτοφανή κρίση κόστους ζωής είναι μια προσωρινή μείωση λίγων λεπτών στην τιμή των καυσίμων, δύσκολα μπορεί να πειστεί και ο πλέον καλόπιστος πολίτης ότι το πρόβλημα αντιμετωπίζεται στη ρίζα του. Αυτό που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία σήμερα είναι μια ουσιαστική στρατηγική για τη μείωση του κόστους ζωής και όχι αποσπασματικές παρεμβάσεις που εξαντλούνται σε περιορισμένο χρονικό ορίζοντα. Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με συμβολικές εκπτώσεις, αλλά με πολιτικές που παράγουν μόνιμο αποτέλεσμα και αποκαθιστούν την εμπιστοσύνη των πολιτών ότι το εισόδημά τους δεν θα συνεχίσει να χάνει καθημερινά την αξία του.

Πηγή: https://www.drt915.gr

You might also like